βαριοφαίνεται

βαριοφαίνεται
(αόρ. βαριοφάνηκε) απρόσ. не нравится, неприятно;

να μην σού βαριοφανεί — не хочу, чтобы ты обиделся


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "βαριοφαίνεται" в других словарях:

  • βαριοφαίνεται — βαριοφάνηκε βλ. πίν. 225 (μόνο στο γ πρόσ., ως προσ. ή απρόσ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βαριοφαίνεται — φάνηκε, απρόσ., φαίνεται βαρύ, δυσαρεστεί, κακοφαίνεται: Μου βαριοφάνηκαν τα λόγια που μου είπε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρυφαίνεται — βλ. βαριοφαίνεται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»